ἐπιχώριος

ἐπιχώριος
ἐπιχώριος
in
masc nom sg
ἐπιχώριος
in
masc/fem nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • επιχώριος — α, ο (AM ἐπιχώριος, ον και ος, α, ον) 1. αυτός που μένει μόνιμα σε έναν τόπο, ό ντόπιος («ξεναγουμένῳ τινὶ καὶ οὐκ ἐπιχωρίῳ ἔοικας» Πλάτ.) 2. αυτός που προέρχεται από την ίδια τη χώρα (α. «επιχώρια προϊόντα» β. «ὑποδήματα ἔχων ἐπιχώρια», Ηρόδ.)… …   Dictionary of Greek

  • 'πιχώριος — ἐπιχώριος , ἐπιχώριος in masc nom sg ἐπιχώριος , ἐπιχώριος in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀπιχώριος — ἐπιχώριος , ἐπιχώριος in masc nom sg ἐπιχώριος , ἐπιχώριος in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • οὑπιχώριος — ἐπιχώριος , ἐπιχώριος in masc nom sg ἐπιχώριος , ἐπιχώριος in masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχωρίως — ἐπιχώριος in adverbial ἐπιχώριος in masc acc pl (doric) ἐπιχώριος in adverbial ἐπιχώριος in masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχώριον — ἐπιχώριος in masc acc sg ἐπιχώριος in neut nom/voc/acc sg ἐπιχώριος in masc/fem acc sg ἐπιχώριος in neut nom/voc/acc sg ἐπιχωρέω yield imperf ind act 3rd pl (doric) ἐπιχωρέω yield imperf ind act 1st sg (doric) ἐπιχωρέω yield imperf ind act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχωρίων — ἐπιχώριος in fem gen pl ἐπιχώριος in masc/neut gen pl ἐπιχώριος in masc/fem/neut gen pl ἐπιχωρέω yield pres part act masc nom sg (doric) ἐπιχωρέω yield pres part act masc nom sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχωρίοις — ἐπιχώριος in masc/neut dat pl ἐπιχώριος in masc/fem/neut dat pl ἐπιχωρέω yield pres opt act 2nd sg (doric) ἐπιχωρέω yield pres opt act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχωρίοισι — ἐπιχώριος in masc/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐπιχώριος in masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) ἐπιχωρέω yield pres part act masc/neut dat pl (doric) ἐπιχωρέω yield pres part act masc/neut dat pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐπιχωρίου — ἐπιχώριος in masc/neut gen sg ἐπιχώριος in masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”